ερατώ

ερατώ
I
Όνομα μυθολογικών προσώπων (Ε. σημαίνει αξιέραστη, αξιαγάπητη).
1. Μία από τις εννέα Μούσες. Κόρη του Δία και της Μνημοσύνης, μούσα της ερωτικής ποίησης και των ύμνων προς τους αθάνατους. Παρουσιάζεται πάντοτε με μια μικρή λύρα στα χέρια (ή με μια φόρμιγγα ή βάρβιτο). Προστάτευε τις ερωτικές σχέσεις. Κατ’ άλλους επινόησε τον χορό. Ερωμένη του Υάκινθου και αργότερα γυναίκα του βασιλιά της Επιδαύρου Μάλου· με αυτόν απέκτησε την Κλεοφήμη, γιαγιά του Ασκληπιού. Σύμφωνα με άλλο μύθο, κόρη της Ε. υπήρξε η μητέρα των τριών Χαρίτων, Αίγλη.
2. Μία από τις Ωκεανίδες, κόρη του Νηρέα και της Δωρίδας.
3. Μία από τις Δρυάδες, σύζυγος του Αρκάδα, που απέκτησε από αυτήν τον Αζάνα, τον Αφείδαντο και τον Έλατο. Ήταν προφήτης του Μαντείου του Πάνα στη Λυκόσουρα.
4. Αδελφή του Καλυδώνιου ήρωα Μελέαγρου. Η Άρτεμη τη μεταμόρφωσε σε πουλί μαζί με τις άλλες αδελφές της.
5. Μία από τις πενήντα κόρες του Θεσπία, βασιλιά των Θεσπιών. Μαζί της ο Ηρακλής απέκτησε γιο, τον Δυνάστη.
6. Κόρη του Δαναού από τη νύμφη Πολυξώ. Παντρεύτηκε τον γιο του Αιγύπτου Βρόμιο, που τον σκότωσε μία από τις Μαινάδες, τις ακολούθους του Διονύσου.
II
(1ος αι. μ.Χ.). Αδελφή και σύζυγος του Τιγράνη Γ’. Κυβέρνησε μαζί του τη Μεγάλη Αρμενία έως την εποχή που τους έδιωξε από τον θρόνο ο Αύγουστος. Επανήλθαν όμως με τη βοήθεια των Πάρθων, όταν οι τελευταίοι νίκησαν προς στιγμήν τους Ρωμαίους στους οποίους τελικά υποτάχθηκαν. Η Ε. εγκατέλειψε τον θρόνο όταν ο σύζυγος και αδελφός της σκοτώθηκε πολεμώντας με τους Πάρθους, τον ανέκτησε όμως –μόνη τη φορά αυτή– μετά το τέλος της αυτοκρατορίας του Αυγούστου.
III
(Αστρον.). Αστεροειδής που επισημάνθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1860. Το φαινόμενο μέγεθός του στη μέση αντίθεσή του είναι περίπου 12,3 και σε απόσταση μιας αστρονομικής μονάδας από τη Γη και από τον Ήλιο 8,76. Διεθνώς ονομάζεται Erato 62.
* * *
η (Α ἐρατώ) [έραμαι]
(ως κύριο όνομα) η Ερατώ
μία από τις εννέα Μούσες, προστάτιδα τού έρωτα
νεοελλ.
1. προσωβράγχιο γαστερόποδο μαλάκιο
2. ονομασία αστεροειδούς
αρχ.
ο αριθμός δύο (κατά τους Πυθαγορείους).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • Ἐρατώ — Ἐρατός masc nom/voc/acc dual Ἐρατώ Erato fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρατώ — ἐρατός lovely masc/neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐράτω — Ἔρατος masc nom/voc/acc dual Ἔρατος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐράτω — ἐρά̱τω , ἐράω 1 love pres imperat act 3rd sg ἐρά̱τω , ἐράω 2 pour forth pres imperat act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρατῶς — Ἐρατώ Erato fem acc pl Ἐρατώ Erato fem nom/voc pl (doric aeolic) Ἐρατώ Erato fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρατοῦς — Ἐρατώ Erato fem nom/voc pl Ἐρατώ Erato fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἠρατῶ — ἐρατῶ , ἐρατός lovely masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρατοῖ — Ἐρατώ Erato fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρατόα — Ἐρατώ Erato fem acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐρατόος — Ἐρατώ Erato fem gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”